“Το θέμα στο μάτι είναι μια έρευνα που οδηγεί τον πρωταγωνιστή μέσα από έναν κυκεώνα από καθρέφτες στη συγχώνευση δίδυμων εικόνων”  δήλωνε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στον πρόλογο της αγγλικής μετάφρασης του έργου του το 1965, σε μια προσπάθεια να προλογίσει σε ευρύτερο κοινό το τέταρτο μυθιστόρημα που έγραψε στη μητρική του γλώσσα το 1930. Το Μάτι (εκδόσεις Μεταίχμιο, Μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Οκτώβριος 2016) αποτελεί το βραχύτερο μυθιστόρημα (κατά τι περισσότερο από 100 σελίδες) του Ρωσο-αμερικανού συγγραφέα, που κατά την προσφιλή του συνήθεια τοποθετείται στο περιβάλλον που έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του, αυτό των Ρώσων εμιγκρέδων στην Ευρώπη μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής επανάστασης.

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε ο Ναμπόκοφ στο Βερολίνο σκιαγραφείται με πιστότητα στο Μάτι, όπου οι εκπατρισμένοι Ρώσοι: έκπτωτοι ευγενείς, αξιωματικοί του λευκού στρατού, ευυπόληπτοι επιχειρηματίες και εκπρόσωποι της ρωσικής ιντελιγκέντσια, συνθέτουν το πλαίσιο της κεντρικής ιστορίας. Αυτή, μολαταύτα, δεν έχει τίποτα να πει για τα πολιτικά και κοινωνικά συγκείμενα της εποχής. Πρόκειται για την ιστορία ενός νεαρού Ρώσου οικοδιδασκάλου που ενδίδει στα ερωτικά καλέσματα μιας φίλης της οικογένειας στην οποία εργάζεται και, όταν ο εξαπατημένος σύζυγός της ανακαλύπτει την αλήθεια και τον ξυλοφορτώνει, ο νεαρός καταφεύγει εξευτελισμένος στο διαμέρισμά του, όπου προβαίνει στο απονενοημένο διάβημα.

Η συνέχεια του μυθιστορήματος κατέχει την αινιγματική απόδοση μιας ιστορίας μυστηρίου. Ο αφηγητής εισχωρεί σε μια παρέα Ρώσων συνδαιτυμόνων που συναντιούνται τακτικά στο σπίτι της οδού Ταώ. Εκεί, δύο νεαρές αδερφές της ευγενικής τάξης, η Ευγενία και η Βάνια φιλοξενούν μια ετερόκλητη ομάδα ατόμων που αποτελείται από τον σύζυγο της Ευγενίας, Κρούτσεφ, τον συνταγματάρχη Μούκιν, τον ρομαντικό Ρομάν Μπογκντάνιβιτς, την ειρηνίστρια γιατρό Μαριάννα Νικολάγιεβνα, τον γηραιό επιχειρηματία και θείο των κοριτσιών, Πάσα, και τον εκκεντρικό Εβραίο βιβλιοπώλη, Βάινστοκ. Ανάμεσά τους ανθίζει η μορφή του Σμίροφ, τον οποίο ο αφηγητής παρουσιάζει ως έναν μυστηριώδη και γοητευτικό νέο, που έχει συνεπάρει με τον ευγενικό και ευαίσθητο χαρακτήρα του όλη τη συντροφιά και ιδιαίτερα τη Βάνια,.

Η εικόνα, εντούτοις, που έχει χτιστεί για τον Σμίροφ διαψεύδεται de facto. Οι ίδιες του οι πράξεις αποδεικνύουν ότι πρόκειται για ένα άστατο άτομο με τεράστιο έλλειμμα ηθικής, έναν γυναικοθήρα, ψεύτη και απατεώνα. Αίφνης, ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι κάτι δεν πάει καλά με την αφηγητή και δεν αργεί να αντιληφθεί ότι πρόκειται για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή που μιλάει σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του. Έχοντας αποτινάξει κάθε μορφή προσώπου και αυτοσυνείδητης κατανόησης του εαυτού του, ο Σμίροφ δανείζεται χαρακτήρες και μεταλλάσσεται κατά το δοκούν, δίχως να διαθέτει συνείδηση της κάθε πράξης του. Τούτη την απουσία συνειδησιακής ταυτότητας επιχειρεί να καλύψει μέσω της συνεχούς και αδιάλειπτης παρατήρησης της εικόνας του μέσα από τα μάτια των γύρω του, τα οποία λειτουργούν σαν κάτοπτρα για την κάθε φορά κατανόηση του εαυτού του.

 

“Συνειδητοποίησα πως η μόνη ευτυχία στον κόσμο είναι το να παρατηρείς, να κατασκοπεύεις, να παρακολουθείς, να περιεργάζεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους, να μην είσαι παρά ένας οφθαλμός, ένα μεγάλο, κάπως υαλώδες, κάπως κόκκινο και ερεθισμένο, ορθάνοιχτο μάτι”.

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

 

Ως αποτέλεσμα, ο Ναμπόκοφ στο Μάτι φλερτάρει με το απροσδιόριστο πεδίο της ανθρώπινης ταυτότητας και της κοινωνικής κατασκευής της, με την διαλεκτική της υποκειμενικής και αντικειμενικής σφαίρας. Το δραματικό ψυχογράφημα του ήρωα που στερείται ταυτότητας αντηχεί τις καλύτερες σελίδες του ντοστογιεφσκικού έργου, ενώ το μυθιστόρημα εξολοκλήρου προοικονομεί και συνδιαλέγεται με τον πυρήνα του σαρτρικού υπαρξισμού, και την κεντρική διατύπωση του πως “η ύπαρξη προηγείται της ουσίας”. Το μικρό αυτό μυθιστόρημα επιτυγχάνει να απεικονίσει γλαφυρά τη σύγχυση που βιώνει το αλλοτριωμένο άτομο της μοντέρνας εποχής, το οποίο αποποιείται τον εαυτό του και την ευθύνη που φέρει η ύπαρξή του καταλήγοντας ένας απλος παρατηρητής της εικόνας του στους άλλους:

 

“Είναι τρομαχτικό να αποδειχθεί αναπάντεχα πως η πραγματική ζωή είναι ένα όνειρο, πόσο όμως πιο τρομαχτικό είναι αυτό που κάποιος πίστευε για όνειρο -ρέον και ανεύθυνο- ν” αρχίσει να πήγνυται σε πραγματικότητα”.

 

Τέλος, όσοι διαβάσουν το Μάτι θα δοκιμάσουν την υψηλή αισθητική απόλαυση του στυλ και της δομής της γραφής του Ναμπόκοφ. Η αστείρευτη εφευρετικότητα του συντέλεσε, ώστε να παραλάβουμε από τη γραφίδα του ένα ακόμα δείγμα αυτού που διατείνεται πως είναι η πεζογραφία του: ένα γοητευτικό λογοτεχνικό παίγνιο. Χαρακτηριστικά της είναι το γλωσσικό παιχνίδισμα που συντίθεται από ευφυή λογοπαίγνια, τολμηρές μεταφορές και πρόζα ικανή να αγγίξει τα όρια έντονου λυρισμού. Συγχρόνως, όμως, όπως όλα τα έργα του, το Μάτι διακρίνεται για την σύνθετη πλοκή του λειτουργώντας ως διανοητικό γύμνασμα για τον αναγνώστη με σκοπό την αποφυγή της πνευματικής οκνηρίας και την παρακίνηση για σκέψη. Κάτι σαν την κατασκευή σκακιστικών προβλημάτων, στην οποία ο Ναμπόκοφ επιδιδόταν επίσης με πάθος.

Πηγή: Fractalart              http://fractalart.gr/to-mati/